Καλωσήλθατε,

Το άρθρο αυτό γράφτηκε  από τον αμερικάνο κοινωνικό ανθρωπολόγο  Perry Bialor και αναφέρεται σε ένα μέρος της επιτόπιας έρευνας που έκανε κατά την διαμονή του στο χωριό το 1962. Είναι μια από τις πολλές εργασίες που δημοσίευσε σε αμερικάνικα περιοδικά και στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου.  Το χωριό(Μαυρίκι) κατά πάγια επιστημονική πρακτική αναφέρεται με ψευδώνυμο σαν Βεργάδι και το Άνω Μαυρίκι σαν Κίσσα. Η μετάφραση είναι δική μας καθώς δεν έχει δημοσιευτεί κανένα από τα άρθρα του στα ελληνικά.

Εντάσεις που οδηγούν σε συγκρούσεις, λύση και  αποφυγή συγκρούσεων σε μια ελληνική αγροτική κοινότητα

Σε αυτό το άρθρο συναντιούνται δύο σύγχρονες ανθρωπολογικές σχολές σκέψης και έρευνας: η πρώτη εξετάζει το φαινόμενο της σύγκρουσης στις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ η δεύτερη, τα γενικά χαρακτηριστικά των αγροτικών κοινωνιών και την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα σε αυτές.  Σ' αυτό το άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με την κατάταξη της σύγκρουσης σε λειτουργική ή μη.  Θα διερευνήσουμε τις αιτίες και τις μορφές που παίρνουν οι συγκρούσεις σε μια συγκεκριμένη αγροτική κοινωνία, καθώς και τις τεχνικές που υιοθετούνται για να συντηρηθούν ή να λυθούν οι συγκρούσεις.

Η ορθολογική βάση για την μελέτη των κοινωνικών συγκρούσεων στην ανθρωπολογία είναι κοινά αποδεδειγμένη (Μαλινώσκι 1926, Γκλούκμαν 1995, Λούις 1960, Λεβιν 1961, Λόουι 1963) και δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει.  Παραδειγματική είναι η περίπτωση που αναφέρει ο Οσκαρ Λουις: «Μου φαίνεται ότι η ενασχόληση με το τι βασανίζει τον κόσμο είναι πιο σημαντική από τη μελέτη  της απόλαυσης γιατί είναι μια παραγωγική προσέγγιση των ανθρωπίνων συνθηκών που σχετίζονται με τη δυναμική της διαμάχης και τις δυνάμεις για αλλαγή» (179).  Η διαμάχη ως φαινόμενο έχει παγκόσμιο χαρακτήρα, αλλά οι δυναμικές που οδηγούν σε διαμάχη ποικίλουν από τη μια κοινωνία στην άλλη ανάλογα με την «περιοχή» μέσα σε μια πολιτισμική περίπτωση, στην οποία υπάρχει ασυμβατότητα στα υποσυστήματα ή ασυνέχεια μεταξύ τους ή με το φυσικό και το κοινωνικό τους περιβάλλον.  Ο Μπίλς εξέφρασε αυτή την «ασυνέχεια» με όρους «έντασης»: «Γενικά, η προδιάθεση για σύγκρουση μπορεί να κατανοηθεί σαν λειτουργία του επιπέδου στο οποίο η ένταση είναι παρούσα μέσα σε μια συγκεκριμένη πολιτιστική παράδοση και των συγκεκριμένων ποικιλιών έντασης που συμβαίνει να είναι παρούσες» (1961, 28).

Για την κατανόηση των κοινωνιών, η ανθρωπολογία θεωρεί δεδομένο ότι «οποιοδήποτε δυναμικό σύνολο έχει τις δικές του ιδιότητες» (Λεβιν, 1948), και ότι αυτό το κοινωνικοπολιτισμικό σύνολο έχει μέρη που αλληλεξαρτώνται.  Στην «τυπολογία» του Λέβιν οι κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν χώρα σε ένα «κοινωνικό χώρο»,  αυτός ο κοινωνικός χώρος αποτελεί αυτό στο οποίο αναφερόμαστε όταν μιλάμε για κοινωνική δομή.  Παρόλα αυτά, οι κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν χώρα και μέσα στο φυσικό ή ιδεολογικό περιβάλλον ή χώρο.  Ο συνδυασμός αυτών των διαστάσεων ή συστημάτων, όταν αυτά ταυτίζονται, γίνεται κεντρομόλος δύναμη στην ανάλυση των κοινωνιών οι οποίες χαρακτηρίζονται από «αρμονική» ανταποδοτικότητα. Όταν αυτά τα συστήματα δεν ενισχύουν ισότιμα  το ίδιο δομικό επίπεδο, αποτελούν φυγόκεντρες δυνάμεις που διαταράσσουν τις κοινωνικές σχέσεις. 

Η ορθή προσέγγιση κατά τη διάρκεια της διερευνητικής φάσης της επιστημονικής έρευνας είναι η ξεκάθαρη διαφοροποίηση των δομικών επιπέδων των φαινομένων που υπόκεινται σε εξέταση.  Αυτό έπραξε ο Λέβιν στην κριτική θεώρηση του για τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις στη μελέτη των συγκρούσεων.  Με την εξέταση των συγκρούσεων σε διάφορα ξεχωριστά κοινωνικά δομικά επίπεδα, μερικές από τις φανερές διαφωνίες, για το αν οι συγκρούσεις είναι λειτουργικές ή δυσλειτουργικές, αποφεύγονται.  Μια εξήγηση για τη λειτουργικότητα βρίσκεται στην άποψη ότι η σύγκρουση σε ένα δομικό επίπεδο καταλήγει να αντισταθμίζει τη συνοχή σε ένα γειτονικό δομικό επίπεδο (Gluckman, 1955; Coser, 1956).

Τα δομικά επίπεδα για παράδειγμα είναι: (1) εσω-οικογενειακά, (2) ενδοκοινοτικά, (3) διακοινοτικά, και (4) διαπολιτισμικά.  Η παρούσα μελέτη θα ασχοληθεί μόνο με τη σύγκρουση στα δύο πρώτα επίπεδα.  Ακολουθώντας τις διαφοροποιήσεις του Λεβιν, η σύγκρουση μπορεί να εξεταστεί σαν ερώτημα ιστορικής αιτιότητας ή σαν «συστηματικά» ερωτήματα δυναμικών εσωτερικών σχέσεων.  Μερικά είδη συγκρούσεων υπόκεινται περισσότερο στη μια προσέγγιση από ότι στην άλλη, αλλά εν τέλει όλες οι συγκρούσεις πρέπει να εξηγούνται και με δομικούς και με ιστορικούς όρους, καθώς και τα δύο είναι αναλυτικές προσεγγίσεις της ίδιας φαινομενικής πραγματικότητας - της συνολικής κατάστασης. 

Σε αυτό το άρθρο, θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, συστηματικά και ιστορικά, μερικές εντάσεις που οδηγούν σε σύγκρουση, πως χρωματίζονται από μια συγκεκριμένη οπτική του κόσμου, και τις διαθέσιμες τεχνικές που υιοθετούνται για τη λύση των συγκρούσεων από τους κατοίκους του χωριού Βεργάδι. Μια παροιμία τους που χρησιμοποιεί μια μεταφορά από την υφαντική, εκφράζει το πρόβλημα: Έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Η γενική τάση στην κοινότητα είναι ότι η ανοιχτή σύγκρουση, και συγκεκριμένα η σύγκρουση που εμπεριέχει βία η οποία θεωρείται «βάρβαρη»,  πρέπει να αποφεύγεται με κάθε κόστος και γίνονται συνειδητές και ασυνείδητες προσπάθειες για την αποκατάσταση της ηρεμίας μέσω συμβιβασμού - ή, τουλάχιστον, φαινομενική ηρεμία μέσω αποφυγής. Ας στραφούμε τώρα σε μερικά από τα κοινώνικο-οικονομικά  χαρακτηριστικά της κοινότητας για να αντιληφθούμε τις πιθανότητες και τα όρια για τη σύγκρουση.

Κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο

 

Το χωριό Βεργάδι βρίσκεται σε ένα ακρωτήρι στην απόκρημνη κοιλάδα Σειληνούς σε ένα ελάχιστο ύψωμα 250 μέτρων, η επιφάνεια της γης είναι κοίλη, αλλά καθώς η περιοχή έχει καλή ύδρευση, οι αμπελώνες, τα δέντρα ελιάς και οι κήποι έχουν μια πληθωρική εμφάνιση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Με την εξαίρεση δύο οικογενειών που κατοικούν στις αγροικίες τους, το Βεργάδι είναι ένας συμπαγής οικισμός.  Με ένα τυπικά Μεσογειακό τρόπο, η εστία του χωριού είναι η πλατεία γύρω από την οποία υπάρχουν εμπορικά καταστήματα και μερικά σπίτια, και στην οποία βρίσκεται το κύριο κοινοτικό σιντριβάνι και η εκκλησία, που είναι καταφανώς τοποθετημένη σε ένα ύψωμα που προεξέχει προς την πλευρά του ποταμού. Τα σπίτια στη μέση του χωριού συχνά έχουν μικρούς κήπους μεγέθους από 1/8 μέχρι ? του στρέμματος, ενώ τα σπίτια που βρίσκονται στην άκρη του χωριού έχουν μεγαλύτερους κήπους. όλα έχουν ύδρευση ελεγχόμενη από την κοινότητα που αντλεί νερό από κοινοτικές πηγές και δύο μικρές δεξαμενές.  Το χωρίο έχει 750 (1961) κατοίκους, και παρουσιάζει μείωση από τους 930 κατοίκους πριν δέκα χρόνια.  Η έκταση της κοινότητας  είναι 15 τετραγωνικά χιλιόμετρα ή 19,600 στρέμματα (4,900 acres).  Παρ' όλα αυτά, μόνο 3.500 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα, τα υπόλοιπα είναι δάση (10,000 στρέμματα) ή βοσκοτόπια για πρόβατα και γίδες (5.500 στρμ.) με ελάχιστες πιθανότητες για επέκταση της καλλιεργήσιμης γης με τις σημερινές συνθήκες εξαιτίας της φύση της γης ή της απόστασης από το χωριό.

Εκτός από το Βεργάδι, υπάρχουν και δύο άλλοι οικισμοί μέσα στην κοινότητα: ο Αϊ Γιάννης με 31 κατοίκους (1961), και η Κίσσα, ένα ορεινό χωριό χωρίς μόνιμους κατοίκους πέρα από έξι οικογένειες βοσκών.  Πριν από εκατό χρόνια περίπου, η Κίσσα ήταν σημαντικό ορεινό χωριό από όπου, τρεις  με τέσσερις γενιές πριν, οι χωρικοί άρχισαν να αναπτύσσουν τον σημερινό οικισμό. Μερικοί από αυτούς ακόμα ταξιδεύουν για τέσσερις ώρες προς τα «πάτρια εδάφη», με τα πόδια ή με ζώα, για να μαζέψουν φρούτα, να κάνουν μικρο-καλλιέργειες ή όπως οι χωρικοί το εκφράζουν, για να απολαύσουν «τον καθαρό αέρα και τα κρύα νερά» το καλοκαίρι (για παραθερισμό). οι περισσότεροι Βεργαδήτες έχουν τουλάχιστον συναισθηματικούς δεσμούς με το παλιό χωριό.  

Οι πλησιέστερες άλλες κοινότητες βρίσκονται στην ίδια κοιλάδα.  Στην απέναντι πλευρά του ποταμού βρίσκεται η Αχλαδιά και τα Μελίσσια. Στην ίδια πλευρά προς τα πάνω στην κοιλάδα βρίσκονται τα Κούνινα, που έχει τα εδάφη στο πλάτωμα πάνω από το Βεργάδι. Μαζί με τις Δάφνες και τα Κούνινα, το Βεργάδι είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά στην επαρχεία Αιγιαλείας.  Οι επαρχίες Αιγιαλείας, Καλαβρύτων και Πατρών αποτελούν το Νομό Αχαΐας που κατέχει τη βορειοδυτική γωνία της Πελοποννήσου.

Στις γόνιμες παραθαλάσσιες πεδιάδες, μόνο έξι χιλιόμετρα από το Βεργάδι βρίσκεται η πόλη του Αιγίου.  Ο πληθυσμός αριθμείται σε 17,967 (1961) κατοίκους.  Εκεί βρίσκεται η Αγροτική Τράπεζα και άλλες Τράπεζες, οι δικαστικές αρχές, η αστυνομία, οι  αγροτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, το γυμνάσιο και μια μεγάλη ποικιλία εμπορικών καταστημάτων και υπηρεσιών που συχνάζουν οι χωρικοί.  Η λαϊκή αγορά είναι στο Αίγιο τα Σάββατα. οι χωρικοί πάνε εκεί για ψώνια άλλα όχι για να πουλήσουν. 

Όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου, του παπά, και των ιδιοκτητών καταστημάτων, συντηρούνται μερικώς ή ολικώς από καλλιέργειες.  Η μόνη εξαίρεση είναι ο γιατρός του χωριού, ο οποίος παρόλο που έχει τοπική καταγωγή, είναι υπάλληλος της κυβέρνησης και δεν μπορεί να θεωρείται πλέον κάτοικος του χωριού.  Μερικοί χωρικοί συνδυάζουν την καλλιέργεια της γης με άλλα επαγγέλματα.  Υπάρχουν δύο πρέσες λαδιού, δύο μικροί πριονόμυλοι, δύο μανάβικα-καφενεία, δύο καφενεία, ένα κατάστημα κατεψυγμένων-καφενείο, τέσσερα κουρεία, δύο τσαγκάρικα και κάμποσοι τεχνίτες.  Μερικοί χωρικοί ετοιμάζουν και πουλούν γλυκό τριαντάφυλλο, ένας είναι μελισσοκόμος και ένας ψαράς.  Υπάρχει επίσης μια συνεργασία εμπορίας κρεάτων, δύο μεσάζοντες, ο ιδιοκτήτης του τοπικού λεωφορείου που είναι επίσης και συσκευαστής ελιών και ο παπάς του χωριού. Ένας χωρικός είναι λαδέμπορος στο Αίγιο και πηγαινοέρχεται καθημερινά. 

Η οικονομία βασίζεται στην παραγωγή λαδιού και στα αμπέλια. Τα εμπορεύσιμα είδη είναι οι φαγώσιμες ελιές (φρέσκες και ξιδάτες), οι σταφίδες, και τα λεμόνια.  Καλλιεργούν μια ποικιλία ειδών λαχανόκηπου και φρούτων μόνο για δική τους κατανάλωση. Αγοράζουν σιτάρι και αλεύρι παρόλο που στο παρελθόν καλλιεργούσαν σιτάρι στη γη τους.  Κάθε νοικοκυριό έχει μια ή δύο κατσίκες που παράγουν γάλα και κρέας, τα περισσότερα νοικοκυριά διατηρούν μερικά κοτόπουλα και κουνέλια.  Συλλέγουν άγρια χόρτα, βότανα και τσάι και κατά την διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου, περιστασιακά τρώνε λαγούς και μικρά πουλιά. αλλά η αξία του κυνηγιού όπως και του ψαρέματος στο ποτάμι βρίσκεται στο άθλημα.

Από τους 190 δηλωμένους γαιοκτήμονες(1962), οι περισσότεροι έχουν περίπου 15 στρέμματα μέσα στην κοινότητα. 141 από αυτούς έχουν λίγη γη έξω από την κοινότητα, συνήθως στην πεδιάδα Πετροβούνι πάνω από το χωριό, που βρίσκεται μέσα στα όρια της γειτονικής κοινότητας Κουνινά. αυτή η περιοχή έχει σχεδόν αποκλειστικά αμπελώνες.  Μερικοί χωρικοί κατέχουν υδρευόμενη γη στην πεδιάδα, σε αυτή την περίπτωση η καλλιέργεια είναι συνήθως λεμονιές.  Περίπου ? των γαιοκτημόνων έχουν λιγότερο από 7 στρέμματα μέσα στα όρια της κοινότητας.  Αυτή η κατάσταση «χωρίς γη» διορθώθηκε μόλις πέρυσι όταν η κυβέρνηση διένημε γη σε μια πλαγία περίπου 1 ώρα και ? από το χωριό, αλλά η φτώχεια δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί.  Δώδεκα άτομα κατέχουν 35 ή και περισσότερα στρέμματα μέσα στην κοινότητα. 

Οι κάτοικοι αρνούνται την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων, αλλά παρά τα ισχυρά αισθήματα ισότητας, θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι όλοι οι χωρικοί αναμειγνύονται ελεύθερα σε κοινωνικό επίπεδο.  Όταν πιεστούν να κάνουν διαφοροποίηση, με ετοιμότητα παραδέχονται την ύπαρξη κατηγοριών ή ομάδων οικογενειών.  Οι χωρικοί παρόλα αυτά ποικίλουν όσον αφορά την ταυτοποίηση και την ποσοτικοποίηση αυτών των κατηγοριών.

Υπάρχουν δύο γενικές προσεγγίσεις.  Η πρώτη είναι μια τρί-πτυχη κατηγοριοποίηση των «εχόντων» και των  «μη εχόντων», και εκείνων που βρίσκονται στη μέση.  Σ' αυτήν την κατηγοριοποίηση, η οικονομική κατάσταση των οικογενειών είναι το πρωτεύον και μοναδικό κριτήριο κατηγοριοποίησης, αλλά η ποσοτικοποίηση της κατηγορίας ποικίλει πάραυτα, σύμφωνα με τα δύο ακόλουθα παραδείγματα:


Πηγεσ

κατηγοριεσ
(απο μεγαλυτερο προσ μικροτερο)

1

2

3

Ερωτηθείς Α

30

120

30 οικογένειες

Ερωτηθείς Β

20

60

80 οικογένειες
(20 οικογένειες, απροσδιόριστες)

Κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούν ένα πεντάπτυχο κατηγοριοποίησης, το οποίο παρόλο που  είναι αρχικά οικονομικό, περιλαμβάνει, σε διάφορους βαθμούς, εκπαιδευτικές επιδόσεις, χαρακτήρα, ηθική, και προώθηση παιδιών.  Εδώ επίσης η ποσοτικοποίηση των κατηγοριών ποικίλει σημαντικά από ερωτηθέντα σε ερωτηθέντα:

Πηγεσ

κατηγοριεσ
(απο μεγαλυτερο προσ μικροτερο)

1

2

3

4

5

Ερωτηθείς Α

40

35

40

30

35 οικογένειες

Ερωτηθείς Β

15

60

30

50

20 οικογένειες

Η δική μου αίσθηση είναι ότι αυτοί που τείνουν να βλέπουν την κοινότητα με πιο παραδοσιακούς όρους χρησιμοποιούν την πεντάπτυχη κατηγοριοποίηση, ενώ αυτοί που χρησιμοποιούν την τρίπτυχη ή ακόμα και δίπτυχη κατηγοριοποίηση, για παράδειγμα με όρους έχοντες και μη έχοντες, είναι οι συνειδητά σοσιαλιστές αριστερίζοντες του χωριού.  Οι συμπεριφορικές αντιστοιχίες αυτών των κατηγοριοποιήσεων είναι δύσκολο να διακριθούν καθώς, εκτός από τους συνεργάτες του κοινοτικού συμβουλίου, δεν υπάρχουν άλλοι επίσημοι συσχετισμοί στο χωριό και οι άτυποι συσχετισμοί στα καφενεία συμπεριλαμβάνουν την ηλικία, τις πολιτικές πεποιθήσεις και τους προσωπικούς παράγοντες.

Η οικογένεια είναι εγω-προσανατολισμένη και ισότιμη χωρίς ισχυρές προτιμήσεις ώστε να διαφοροποιούνται οι συγγενείς του πατέρα ή της μητέρας.  Η πατρική συνέχεια προτιμάται για να κληρονομηθεί το όνομα της οικογένειας (με συνέπεια την διατήρηση της γραμμής του πατρικού ονόματος, που παλιότερα υπήρξε κοινωνικά σημαντικό ως το σόι),  από το πρώτο παιδί και των δύο φύλλων με τη βάφτιση, και για να κληρονομηθεί το πατρικό σπίτι από το πρώτο αγόρι. Κατά τ' άλλα, οι κοινωνικές υποχρεώσεις είναι περισσότερο ή λιγότερο ισότιμες προς τους συγγενείς και των δύο γονιών. αυτές οι υποχρεώσεις όμως γίνονται κατά βούληση.

Η πυρηνική οικογένεια, συχνά με έναν ή και τους δύο επιζώντες γονείς του άντρα (περιστασιακά της γυναίκας) είναι η βασική οικιακή ομάδα.  Παλιότερα, (πριν το 1900) δεν ήταν σπάνιο στην πατριαρχική οικία να κατοικούν μερικά παντρεμένα αδέρφια και οι οικογένειες τους κάτω από την εξουσία του πατέρα, παρόλο που αυτή η κοινωνική πρακτική δεν υπάρχει πια.  Οι παντρεμένοι υιοί αναμένεται να δημιουργήσουν το δικό τους νοικοκυριό σε καινούριο σπίτι, εκτός από την περίπτωση του παντρεμένου γιου που θα κληρονομήσει το πατρικό σπίτι.  Μια άλλη θεσμοθετημένη εξαίρεση είναι ο σώγαμπρος, ο οποίος εγκαθίσταται στο σπίτι των γονιών της γυναίκας του όταν δεν υπάρχει αρσενικός κληρονόμος του σπιτιού και των αγροκτημάτων. 

Ο γάμος γίνεται σχεδόν πάντα με συνοικέσιο ή προξενιό (μέσω ενός μη επαγγελματία μεσολαβητή, που συνήθως είναι συγγενής με το ένα ή το άλλο μέρος του μελλοντικού ζευγαριού).  Ο γάμος μεταξύ ατόμων που συγγενεύουν ως πρώτα ξαδέρφια απαγορεύεται από την Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία. ο γάμος μεταξύ δεύτερων ξαδερφιών δεν απαγορεύεται αλλά ούτε προτιμάται.

Μια ανάλυση του τόπου καταγωγής των συζύγων από τις υπάρχουσες οικογένειες αποκαλύπτει ένα μεγάλο ποσοστό ξένων γυναικών στο χωριό. το αποτέλεσμα αυτού είναι ένα υψηλό ποσοστό εξωγαμίας για πολλές ντόπιες γυναίκες:

Ο άντρας από το Βεργάδι / Η γυναίκα από αλλού: 87 ζευγάρια
Ο άντρας από το Βεργάδι / Η γυναίκα από το Βεργάδι: 79 ζευγάρια
Ο άντρας από αλλού / Η γυναίκα από το Βεργάδι: 22 ζευγάρια
Ο άντρας από αλλού / Η γυναίκα από αλλού: 3 ζευγάρια

Οι γυναίκες κατάγονται συνήθως από τα γειτονικά χωριά όπως τα Κουνινά, τα Μελίσσια, τις Δάφνες και τις Αχλάδες.  Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζει μια αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν όπου οι περισσότερες γυναίκες κατάγονταν από τα πιο ορεινά χωριά όπως τους Πετσάκους, τα Βάλτσα και την Παρασκευή.  Συνήθως προτιμούν να παντρεύονται οι κόρες στα πεδινά χωριά ή στην πόλη, εφόσον υπάρχει μεγάλη προίκα.

Εκτός από τις πιο ακραίες καταστάσεις, η προίκα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να παντρευτεί ένα κορίτσι.  Ένας μέσος όρος μιας σεβαστής προίκας είναι 50-60.000 δρχ. (σχεδόν 1.600 με 2.000 δολάρια), αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσουν τις 100.000 δραχμές. Όταν παντρεύονται οι κόρες παίρνουν προίκα και οι γιοι, εάν οι γονείς είναι ακόμα στη ζωή παίρνουν μερίδιο από την κληρονομιά.  Κανονικά, με το θάνατο του αρσενικού αρχηγού του νοικοκυριού, ένα μερίδιο περίπου το ½ όλης της περιουσίας, πάει στην επιζούσα χήρα (και το αντίστροφο), ενώ το άλλο μισό της περιουσίας μοιράζεται ισότιμα μεταξύ των υπολειπόμενων άγαμων αρσενικών και θηλυκών παιδιών, εκτός εάν για κάποιον λόγο, όπως για παράδειγμα την παρατεταμένη εκπαίδευση που έχει πολλά έξοδα, έχουν αποσύρει το δικαίωμα τους για κληρονομιά έχοντας λάβει την αξία του μεριδίου τους με άλλον τρόπο.

Αν κάνουμε μια άμεση υπόθεση, αυτό το σύστημα κληρονομιάς, μετά από μερικές διαιρέσεις και υπο-διαιρέσεις ήδη μικρών μεριδίων, θα συμβάλλει σε μια υψηλή τμηματοποίηση των κτημάτων.  Η γη αγοράζεται και πωλείται ελεύθερα, λαμβάνεται σαν κληρονομιά από τη μητέρα και τον πατέρα, και συνήθως αποτελεί μέρος της προίκας της γυναίκας. Οι γη που κατέχει ένα άτομο, λοιπόν, παρόλο που μπορεί να είναι μικρή σε έκταση, μπορεί επίσης να αποτελείται από πολλά μικρά τμήματα γης διασκορπισμένα σε διαφορετικά σημεία.  Καθώς η περισσότερη γη είναι λασπώδης και ανισόπεδη, οι ιδιοκτησίες δεν έχουν λεπτομερώς μετρηθεί και καταγραφεί, οι πηγές νερού είναι φυσικά και άνισα διανεμημένες,  η πιο παραγωγική γη είναι αρδεύσιμη και τα όρια μεταξύ περιβολιών και σπιτιών στο χωριό καθορίζονται από σημάδια που όλοι γνωρίζουν, μπορεί εύκολα κανείς να καταλάβει τους λόγους για τους οποίους οι περισσότερες διαφωνίες στην κοινότητα έχουν να κάνουν με τα όρια της γης.

Στο παρελθόν, ήταν σύνηθες να χωρίζεται ένα κληρονομημένο σπίτι μεταξύ δύο παντρεμένων αδερφών με την προσθήκη ενός διαχωριστικού τοίχου.  Σήμερα πολλά παντρεμένα αδέρφια ζουν σε ξεχωριστά σπίτια στο ίδιο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα, καθώς πολλές οικοδομές έχουν περάσει σε έναν καινούριο κύκλο κληρονομιάς.  Πρώτα ξαδέρφια συχνά κατοικούν σε τέτοια κτήρια.  Όταν λοιπόν ένα σπίτι χωριστεί, σπάνια ξαναενώνεται. κάθε μέρος συνεπώς θα έχει τη δική του ανάπτυξη σύμφωνα με τα μέσα και τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη, κι έτσι κάθε νέος πυρήνας μπορεί με τον καιρό να αποκτήσει διάφορα εξαρτήματα φτιαγμένα από διαφορετικά υλικά.

Εκτός από τις καλλιέργειες και την φροντίδα των ζώων οι χώροι δράσης των αντρών και των γυναικών διαχωρίζονται αυστηρά, όπως και οι φυσικοί χώροι διεξαγωγής τους. πράγμα που αντανακλάται και στο διαχωρισμό του χώρου για τους άντρες και τις γυναίκες μέσα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.  Η δημόσια ζωή του χωριού και οι ασχολίες κατά τον ελεύθερο χρόνο στο καφενείο και στην πλατεία είναι προνόμιο των αντρών.  Οι γυναίκες παραμένουν στο σπίτι ή στις γειτονιές. Οι βόλτες που συνηθίζονται στα μεγάλα ελληνικά χωριά και στις μικρές πόλεις, δεν συνηθίζονται στο Βεγράδι.  Παρόλα αυτά, οι άντρες και οι ενήλικες και έφηβες γυναίκες πάνε στην διπλανή πόλη του Αιγίου για ψώνια, σχολείο, δουλειές και ακόμα για περιστασιακά κρυφά ραντεβού.

Κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας  ακούγονται χαιρετισμοί και πιο συγκεκριμένα, οι πρώτοι πρωινοί χαιρετισμοί. τα γαϊδούρια φορτωμένα με ξύλα, κλαδιά, ή με δέματα από φύλλα για ζωοτροφές, ένα ή δύο γιδοπρόβατα να ακολουθούν από πίσω, περνάνε μέσα από την πλατεία, σταματάνε στη βρύση για να πιουν νερό. σε ομάδες οι άντρες κάθονται και συζητάνε, πίνουνε και παίζουν χαρτιά μπροστά στα καφενεία, μαζεύονται και φεύγουν κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, όταν δεν είναι απασχολημένοι στα χωράφια ή ακόμα σε ενδιάμεσες στιγμές πηγαίνοντας από το ένα χωράφι στο άλλο.  Γενικά, σχηματίζει κάποιος την εντύπωση μιας εγκάρδιας, χαλαρής κοινότητας που οι κάτοικοί της έχουν τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους και που το μόνο τους πρόβλημα είναι ο αγώνας για επιβίωση με τις φτωχές καλλιέργειες και με περιορισμένη χρήση τεχνολογίας.  Όσο περισσότερο κάποιος γνωρίζει την κοινότητα τόσο πιο πολύ παρατηρεί ρωγμές στο ειρηνικό προσωπείο.  Θα εξετάσουμε τώρα τους χώρους που οι ρωγμές κάνουν πιο εύκολα την εμφάνισή τους, τι συμβαίνει όταν εμφανίζονται και πως η κοινότητα, τα άτομα και το συμπαγές σώμα, καλύπτει τις ρωγμές για να παρουσιάσει ένα καθαρό πρόσωπο ξανά.

Εντάσεις

 

  1. Ανάμεσα στους συγγενείς:

Σε γενικές γραμμές στο σοι αποτελείται από συγγενείς εξ αίματος έως και ξαδέρφια δευτέρου βαθμού, τα παιδιά τους και τους συγγενείς εξ αγχιστείας, που συμπεριλαμβάνουν τους συμπεθέρους.  Υπάρχει μια ισχνή αναγνώριση στα τρίτα ξαδέρφια, αλλά οι ουσιαστικές υποχρεώσεις προς αυτούς τους συγγενείς είναι ελάχιστες.  Το άτομο αποτελεί την βάση  για τον υπολογισμό των συγγενών  και οι ουσιαστικές σχέσεις, και οι υποχρεώσεις που τις ακολουθούν, έχουν μικρότερη σημασία από τις κεντρικές σχέσεις της πυρηνικής οικογένειας.
Σε μερικές συγγένειες εξ αίματος και εξ αγχιστείας κληρονομούνται διαφωνίες εξουσίας και προσωπικού συμφέροντος.  Στην κατάλληλη στιγμή αυτές οι διαφωνίες μπορεί να εκφραστούν ανοιχτά.  Σ' αυτήν τη συζήτηση δεν θα ασχοληθούμε με διαφορές γνώμης, προσωπικές ή ιδιοσυγκρασίας διογκωμένες από εγωισμό που μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινές εντάσεις ή διαφωνίες, είτε μέσα είτε έξω από το σοι. 
Η κοινωνία είναι πατριαρχική. παρόλα αυτά, μέσα στη γενεαλογική δομή εξουσίας υπάρχουν δυσκολίες για την συντήρησή αυτής της εξουσίας, ειδικά σε οικονομικά και ηθικά ζητήματα.  Όταν η πραγματική οικονομική συνεισφορά των ηλικιωμένων μειώνεται και αυτή των νεώτερων αντρών ισόβαθμα αυξάνεται χωρίς ανάλογη αλλαγή στην δομή της εξουσίας, η εξουσία των ηλικιωμένων χρειάζεται δυνατές ηθικές και θρησκευτικές ενισχύσεις για να μην επιδεινωθούν οι εντάσεις.  Αυτές οι εντάσεις μπορεί ποτέ να μην γίνουν ανοιχτές διαμάχες, εντούτοις, μόνο για όσο καιρό οι ηλικιωμένοι μπορούν ακόμα να εφαρμόσουν οικονομικές κυρώσεις.  Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι ηλικιωμένοι συνειδητά διατηρούν μέρος της περιουσίας τους μέχρι το θάνατό τους, και δεν κάνουν το μοιραίο λάθος του Βασιλιά Ληρ που εμπιστεύτηκε το αδύναμο ανθρώπινο συναίσθημα.
Οι ανύπαντρες γυναίκες ,συγγενείς και κόρες πρέπει να φυλάσσονται από σεξουαλικές σχέσεις, από κίνητρο άλλων ή δικό τους, για να προστατέψουν την αξία της προίκας τους και την κοινωνική θέση της οικογένειας.  Ο κώδικας του φιλότιμου εμπεριέχει ηθική συμπεριφορά ακόμα και στη σφαίρα του σεξ, αλλά ο κώδικας του ανδρισμού υπονομεύει την ηθική συμπεριφορά σε σχέση με τη δυσκολία της απόκτησης προγαμιαίου σεξ.  Ένα επιπλέον βάρος στην ευθύνη βρίσκεται στα ξαδέρφια του αντίθετου φύλου, που θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση σε σεξουαλική συμπεριφορά λόγω της εγγύτητας και της εμπιστοσύνης μέσα στο σόι.
Οι περισσότερες διαφωνίες στο χωριό οφείλονται στην «κληρονομιά», είτε στο μοίρασμα της περιουσίας ή πιο συχνά, σαν αποτέλεσμα του μοιράσματος λόγω έλλειψης καθαρότητας των ορίων ανάμεσα στους κατόχους της γης.  Οι σχέσεις μεταξύ των συγγενών, που είναι φιλικές πριν το διαχωρισμό και τη διανομή της κληρονομιάς, στη συνέχεια, συχνά εξελίσσονται σε διαμάχες. τέτοιες διαφωνίες στις σχέσεις συνεχίζονται και στον επόμενο γενεαλογικό και κληρονομικό κύκλο.  Κάθε είδος διανομής ή διαδοχής της κληρονομιάς μπορεί να παράγει τέτοιες εντάσεις- κατά τη διάρκεια της ζωής των γονιών, πηγή έντασης είναι οι προίκες για τις κόρες και η γη που δίνεται στους παντρεμένους γιους, και μετά το θάνατο των γονιών, ο διαχωρισμός της υπόλοιπης κληρονομιάς ή το γεροκομιό (το μερίδιο που είναι φυλαγμένο στην άκρη για ασφάλεια στα γηρατειά) εάν περισσέψει.  Συνήθως, σωστά ή εσφαλμένα, σε τέτοιες διαφωνίες οι χωρικοί αποδίδουν στη ζήλια των θηλυκών συγγενών εξ αγχιστείας, την  πηγή των εντάσεων, που στην πορεία οδηγούν σε διαφωνίες και σε διάλυση εκτεταμένων οικογενειών.

Τώρα θα περάσουμε σε σύντομη εξέταση συγκεκριμένων συγγενικών σχέσεων, των εντάσεων που υπάρχουν σ' αυτές τις σχέσεις και διάφορων περιπτώσεων που μπορεί να οδηγήσουν τις εντάσεις σε ξέσπασμα:

Στη σχέση πατέρα και γιου

  
Α. Αυτή η ένταση δεν παρουσιάζεται συχνά μεταξύ ενός πατέρα και των ανύπαντρων γιων του. Υπάρχει περίπτωση ένας παντρεμένος γιος που ακόμα ζει στο πατρικό του σπίτι και καλλιεργεί χωράφια που τελικά θα γίνουν δικά του, να αμφισβητήσει την ηγεμονία του πατέρα του αν αυτή η ηγεμονία δεν του παραχωρηθεί. (Με το να διατηρούν το γηροκομειό, που διατίθεται με διαθήκη, οι ηλικιωμένοι διατηρούν ένα σημαντικό οικονομικό καθεστώς μέχρι το θάνατό τους).
Β. Οι εντάσεις που προέρχονται από τις σχέσεις μεταξύ της νύφης και τους γονείς του άντρα της μπορεί να επεκταθούν στον ίδιο τον γιο και να καταστεί αναγκαία η απομάκρυνση του γιου από την οικογένειά του και από το πατρικό σπίτι, και η εγκαθίδρυση ή μετανάστευση σε νέα κατοικία.
Γ. Ο τσακωμός για το ακριβές ποσό κληρονομιάς ή για το δικαίωμα των γιων και θυγατέρων στο μερίδιο τους είναι σπάνιο φαινόμενο.  Μπορεί να καταχωρηθεί μια μεμονωμένη περίπτωση ενός πατέρα που αρνήθηκε στο γιο του το μερίδιο που του αντιστοιχούσε. αυτή η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον απόλυτο περιορισμό των σχέσεων μεταξύ πατέρα και γιου παρόλο που συνέχισαν να ζουν στο ίδιο χωριό.

Στη σχέση πατέρα και κόρης

 

Αυτή η περίπτωση παρουσιάζεται σπάνια μεταξύ του πατέρα και της παντρεμένης κόρης, αλλά πιο συχνά μεταξύ του πατέρα και της ανύπαντρης κόρης. Τα αρσενικά μέλη του νοικοκυριού χρησιμοποιούν την εξουσία τους για να προφυλάσσονται από την παραβίαση των ηθικών σεξουαλικών συμπεριφορών των θηλυκών μελών, και πιο συγκεκριμένα των ανύπαντρων μελών. Από τη μια πλευρά η υπερβάλλουσα επίδειξη αυτής της εξουσίας μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση αυτής της εξουσίας και από την άλλη η πρόκληση μπορεί να προέλθει από την ελευθερία των κοριτσιών να κάνουν ταξίδια στο Αίγιο ασυνόδευτα, και από το ότι πολλές από αυτές πάνε εκεί στο Γυμνάσιο.  Παρόλα αυτά, πρέπει να χειρίζονται με μεγάλη προσοχή τις σεξουαλικές σχέσεις.

Η σχέση ανάμεσα σε αδέρφια

A. Ο ηθικός κώδικας και η οικονομική αναγκαιότητα αποκλείουν τους αδερφούς από το να παντρεύονται πριν από όλες τις αδερφές τους που πρόκειται να πάρουν προίκα και να παντρευτούν.  Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, δημιουργούνται εντάσεις ό όταν ένας αδερφός θελήσει να παντρευτεί αλλά δεν του επιτραπεί έως ότου όλες οι αδερφές του παντρευτούν.  Αυτές οι εντάσεις γίνονται εντονότερες εάν διαπιστωθεί  ότι το κορίτσι δεν κάνει την κατάλληλη προσφορά για την ολοκλήρωση της προίκας της ή όταν είναι δύσκολη στο να δεχθεί μια από τις επιλογές συζύγου που γίνονται για αυτήν.
Β. Δημιουργούνται εντάσεις όταν υπάρχουν πολλές επίσημες διαθήκες.  Μόνον σε περιπτώσεις που οι διαθήκες δεν είναι υπαρκτές το πολιτικό δίκαιο προβλέπει ισομερή διαχωρισμό της περιουσίας ανάμεσα στα ανύπαντρα παιδιά των αποθανόντων. Ο άνισος διαχωρισμός των περιουσιακών στοιχείων είναι πιθανή πηγή έντασης.
Γ. Ο δίκαιος διαχωρισμός του γηροκομιού μπορεί να είναι επίσης λόγος διαφωνίας.  Όταν δεν υπάρχει διαθήκη, νομικά η περιουσία πρέπει να μοιραστεί ισότιμα, αλλά ο γιος που φρόντιζε τους γονείς έχει ηθική διεκδίκηση στα περισσότερα αν όχι σε όλα από το γηροκομειό.
Δ. Όταν κληρονομηθεί η γη, η πιθανότητα για διαφωνίες σε σχέση με όρια της είναι μεγάλη και αυτές είναι οι πιο συχνές και παρατεταμένες μορφές διαφωνίας.
Ε. Όταν τα αδέρφια έχουν έφηβους ή ενήλικα παιδιά, που είναι ξαδέρφια πρώτου βαθμού μεταξύ τους, οι σεξουαλικές σχέσεις αρσενικών και θηλυκών ξαδέρφων απειλούν την ασφάλεια της οικογένειας και επιταχύνουν την αποξένωση.

Η σχέση ανάμεσα σε ξαδέρφια

 

Οι διαμάχες των πατεράδων συχνά κληρονομούνται στους γιους, αλλά λιγότερο σήμερα από ότι στο παρελθόν.  Οι πιθανές πηγές έντασης είναι τα όρια μεταξύ κληρονομημένων χωραφιών και κήπων και τα δικαιώματα για την κοινή χρήση του νερού.

Η σχέση πεθεράς και νύφης

 

Αυτή συνήθως είναι μια σχέση με αρκετή ένταση εξαιτίας του ρόλου και της εξουσίας που δημιουργούν διαμάχες ανάμεσα στις δύο γυναίκες για τη διαχείριση του νοικοκυριού, όταν αυτές ζουν στο ίδιο σπίτι.  Αντίστοιχα και σε πιο έντονο επίπεδο όταν η νύφη είναι ξένη, οι εντάσεις υπάρχουν μεταξύ του άντρα της νύφης και του πατέρα.  Εάν οι κουνιάδες (οι αδερφές της νύφης) είναι παρούσες στο σπίτι και πρέπει ακόμα να τους δοθεί προίκα, οι διαφωνίες για ασύμβατα συμφέροντα είναι σχεδόν αναπόφευκτες.

Η σχέση ανάμεσα σε συμπεθέρους

 

Καθώς η προίκα δεν μπορεί πάντα να είναι τελείως συγκεντρωμένη πριν το γάμο, συχνά δίνεται σε δόσεις. η καθυστέρηση ή η αθέτηση των όρων της προίκας (που είναι επισημοποιημένες με συμβόλαιο) μπορούν να οδηγήσουν σε διαφωνία μεταξύ του γαμπρού και των γονιών του, από τη μια μεριά, και της νύφης από την άλλη.  Η κατανομή των οικογενειακών πόρων για την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων για την προίκα μετά από γάμο είναι ανασταλτικός παράγοντας  για τα αισθήματα των δύο οικογενειών εκτός από τις πιο επιτυχείς περιπτώσεις.

Η σχέση ανάμεσα σε μπατζανάκηδες

Δεν ζουν ποτέ στο ίδιο σπίτι και συχνά ούτε καν στο ίδιο χωριό.  Πάντως, όταν τύχει να ζουν στο ίδιο χωριό, συνήθως έχουν μια φιλική σχέση συνεργασίας, «εκτός κι αν τις υπονομεύει η ζήλια των γυναικών τους», συμπληρώνουν οι χωρικοί.

Η σχέση ανάμεσα σε συννυφάδες

Σήμερα σπάνια ζουν στο ίδιο σπίτι από ότι παλιότερα όπου το πατριαρχικό νοικοκυριό συμπεριλάμβανε μερικούς ανύπαντρους αδερφούς και τις οικογένειες τους κάτω από την ίδια στέγη. Οι δομικές ευκαιρίες για εντάσεις ανάμεσά τους είναι λοιπόν περιορισμένες.  Η σχέση είναι συνήθως φιλική, ειδικά όταν έχουν ξένη καταγωγή.

Η σχέση ανάμεσα σε κουμπάρους

(Μια πλαστή συγγένεια στην οποία μπαίνει κανείς ελεύθερα μέσω της χρηματοδότησης γάμου ή βάφτισης).  Οι εντάσεις μεταξύ κουμπάρων είναι σπάνιοι και αν αναπτυχθούν έχουν προσωπικό χαρακτήρα.  Σε αντίθεση, εκτός από τις θρησκευτικές περιπλοκές σπουδαιότητας που αποδίδονται στον χρηματοδότη, η σχέση συχνά δημιουργείται για να εγκαθιδρύσει πιο στενούς δεσμούς μεταξύ των οικογενειών. 

Η σχέση ανάμεσα σε μη συγγενείς
Ανάμεσα σε μη συγγενείς, οι γείτονες διαφοροποιούνται από άλλους γείτονες ως:
«Ένας καλός γείτονας μπορεί να είναι πιο σημαντικός από έναν συγγενή».  Από την άλλη μεριά, ένας κακός γείτονας είναι ο πιο συχνός εχθρός σε διαφωνίες, είτε σε θέματα ορίων, μικρές κλοπές, ή κουτσομπολιό (καθώς ένας γείτονας έχει την καλύτερη ευκαιρία για κατασκοπία, ειδικά ανάμεσα σε γυναίκες που επισκέπτονται η μια την άλλη).  Μια διάσημη παροιμία λέει Τον κακό χρόνο τον βγάζεις, τον κακό γείτονα δεν τον βγάζεις.  Ο Ησίοδος, πάντα προσεκτικός σύμβουλος, έκανε την παρακάτω παρατήρηση 2,500 χρόνια πριν: «Αν κάτι, που δεν έπρεπε να γίνει, γίνει στην γειτονιά σου, οι γείτονες έρχονται όπως είναι να βοηθήσουν. οι συγγενείς ντύνονται πρώτα.  Μιας κακής γειτονιάς, τόσος ο πόνος, όσο η ευτυχία μιας καλής γειτονιάς» (Ησιόδος, μετάφραση Λατιμορ, 1959, στίχ. 344-346).

Οι γείτονες φυσικά, είναι συχνά κοντινοί ή μακρινοί συγγενείς, αλλά το κοινωνικό γεγονός που μας αφορά εδώ είναι ότι η εντατικοποίηση της πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης γειτόνων μπορεί να γεννήσει εντάσεις καθώς και να ενισχύσει τρόπους συνεργασίας.  Το τελευταίο σχέδιο προηγείται εκτός από αμφίβολες ή καθαρές διαμάχες για προσωπικό όφελος.

Εκτεταμένες εντάσεις, ανεξάρτητες από τους συγγενείς ή τους γείτονες, υπάρχουν στη βάση ανοργάνωτων ομάδων στις οποίες εμπλέκονται οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες, δημιουργώντας τους «αριστεριστές» και τη βασική μάζα του «κέντρου» και της «δεξιάς».  Οι ομάδες δεν έχουν συνοχή, έχουν έλλειψη τοπικής ηγεσίας. Οι τεχνικές σύγκρουσης απέχουν από ανοιχτό πόλεμο, κι έτσι δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι τόποι σύγκρουσης αυτή τη στιγμή.Η οργάνωση απ' έξω από την κοινότητα κατά τα χρόνια του Εμφύλιου, εμπνευσμένου από τον Κομουνισμό, που ακολούθησε τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, διατάραξε την ενότητα του χωριού.  εντούτοις, όταν η οργάνωση καταστράφηκε το χωριό επέστρεψε σε μια φαινομενική ειρήνη.  Οι τοπικοί «αριστερίζοντες» μαζεύονται σε δύο από τα πέντε καφενεία και σε ένα τσαγκάρικο.  μερικοί από τους «δεξιούς» ένιωσαν ότι αν πράγματι οι «αριστεροί» του χωριού δεν σχεδιάζουν έναν τρίτο Εμφύλιο, τότε, τουλάχιστον τον περιμένουν.

Το 1946 οι αγρότες χωρίς γη ήταν αρχικά οργανωμένοι σε έναν συνεταιρισμό, που ήταν μια από τις προϋποθέσεις που τέθηκαν από την κυβέρνηση για να λάβουν επιδότηση από το 1962. Ενώ πολλοί άποροι τώρα έχουν έναν συνεταιρισμό με εκλεκτούς εκπροσώπους, δεν έχουν πραγματική δύναμη.  Η κοινότητα έχει ένα συνεταιρισμό που διοικείται από ένα συμβούλιο πέντε μελών, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου.  Το συμβούλιο εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια και ο πρόεδρος εκλέγεται από το Συμβούλιο για θητεία δύο χρόνων.  Τα πλουσιότερα μέλη της κοινότητας αναλογικά αντιπροσωπεύονται καλύτερα μέσα στο συμβούλιο από ότι άλλοι.  Το συμβούλιο αποφασίζει για κοινοτικά προγράμματα και την διαχείριση του ταμείου.  επίσης, αναθέτει προσωρινές μισθωμένες εργασίες. Μπορεί και γίνεται εργαλείο για προσωπικό όφελος. 

Μέσα στα τελευταία λίγα χρόνια, δύο χωρικοί έγιναν εμπορομεσίτες και ευημέρησαν.  Παρόλο που προσφέρουν μια χρήσιμη υπηρεσία, συλλέγουν την παραγωγή ελιών και φρούτων και τη διοχετεύουν μαζικά στους χονδρέμπορους του Αιγίου και αλλού.  Για αυτή την υπηρεσία παίρνουν μια μικρή αμοιβή στην τιμή πώλησης και η πρόσφατη ευημερία τους δεν αρέσει στους περισσότερους χωρικούς που αστειευόμενοι αναφέρονται σ' αυτούς ως λωποδύτες.  Υπάρχουν μερικοί άλλοι μεσάζοντες σε μικρότερη κλίμακα που συνδυάζουν αυτές τις πρακτικές με άλλα μη αγροτικά επαγγέλματα. ανήκουν στην ελίτ του χωριού, ενώ οι νέοι μεσάζοντες δεν θεωρούνται ότι ανήκουν στην ελίτ, παρόλη την οικονομική τους δύναμη.  Οι παλιότεροι, περιορισμένων εργασιών μεσάζοντες είναι ταυτόχρονα και μεγαλο-παραγωγοί που προσλαμβάνουν εργάτες για να δουλέψουν στις περιουσίες τους και που σκόπευαν να δημιουργήσουν έναν συνεταιρισμό ελιών αυτόν τον χρόνο. Οι νέοι μεσάζοντες ήταν αντίθετοι στον συνεταιρισμό και δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν στις συναντήσεις για την οργάνωσή του.

Η προσπάθεια να δημιουργήσουν έναν συνεταιρισμό ελιών απέτυχε.  Το σύνολο των μικρότερων αγροτών παράγει λίγο περισσότερο από την μισή παραγωγή του χωριού, που αν πουλιόταν ανταγωνιστικά, θα ήταν αρκετό για να αποκλείσουν τον συνεταιρισμό από το να λειτουργήσει αποτελεσματικά.  Οι αρχηγοί τις συνεταιριστικής κίνησης μπόρεσαν να συλλέξουν μόνο 50 υπογραφές από τους περίπου 150 παραγωγούς.  Η αποτυχία των μικρότερων αγροτών να ανταποκριθούν στο πρόγραμμα, που επιφανειακά, θα ήταν σημαντικό για το όφελος όλων, αντανακλά τις εντάσεις που υπάρχουν μεταξύ των μικρών και μεγάλων παραγωγών.  Οι μικρότεροι αγρότες υποπτεύονται σε μεγάλο βαθμό ότι η ηγεσία του συνεταιρισμού θα καταπατηθεί  από τους μεγάλους παραγωγούς, που στην συνέχεια θα τον χρησιμοποιήσουν για δικό τους κέρδος.

 

 

Παγκόσμια οπτική

 

Οι χωρικοί κατανοούν τις εντάσεις, τις συγκρούσεις για το συμφέρον και την ένταση με την οποία αντιμετωπίζεται το συμφέρον, σαν μέρος της λειτουργίας ενός ηθικού κώδικα. η θρησκεία, ο ορθόδοξος χριστιανισμός διδάσκει ότι το άτομο έχει ηθικό χρέος προς όλους τους ανθρώπους. η εμπειρία παρόλα αυτά, ενδυναμώνει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι ένας αγώνας, όχι μόνο με τη γη, αλλά και του ατόμου ενάντια σε άλλα άτομα, και επιπλέον ότι οι πονηροί και οι δυνατοί ή αυτοί που μπορούν να επηρεάσουν κάποιους ανθρώπους ή καταστάσεις είναι αυτοί που επιβιώνουν.  Οι γενικευμένες ηθικές υποχρεώσεις ανάγονται σε συζητήσεις για το πώς πρέπει να είναι ο κόσμος, αλλά δεν αντιμετωπίζονται σοβαρά από ένα ενήλικο όσον αφορά τον πραγματικό κόσμο.  Αυτός ο ηθικός δυϊσμός δεν είναι φυσικά περίεργος για τον Βεργάδι, την Ελλάδα, ή για τους χωρικούς της Μεσογείου.  Η σχεδόν απόλυτη επιμονή για το αναγκαίο του συμφέροντος και η χρησιμοποίηση του ως βάση για την κατανόηση και εξήγηση πράξεων και συμπεριφορών, ώστε να είναι δυνατή η προφύλαξη ενάντια στο συμφέρον των άλλων, αποδίδει έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο αυτή η κοινότητα.

Το συμφέρον δεν αποδίδεται μόνο στα κίνητρα των άλλων, αλλά αποτελεί και το αναμενόμενο κίνητρο για την συμπεριφορά τους.  Καθώς σε κάθε συμπεριφορά αποδίδεται ένα κίνητρο συμφέροντος, φαινομενικά η αλτρουιστική συμπεριφορά είναι ύποπτη μέχρις ότου τις αποδοθεί κάποιο λογικό συμφέρον.  Η λέξη χρησιμοποιείται με διάφορες εκφράσεις.  «Δεν είναι για το συμφέρον του» εννοώντας ότι το άτομο δεν θα κάνει κάτι.  «Τι με συμφέρει;» εννοώντας «Γιατί να ασχολούμαι με αυτό;».  Σε μια κοινωνία όπου η αποδεχτή συμπεριφορά είναι ότι κάθε άτομο θα ενδιαφερθεί  αποκλειστικά για το συμφέρον του, π.χ. της οικογένειας του, και το συμφέρον ενός ατόμου γενικά θεωρείται το χάσιμο για κάποιο άλλο άτομο, όλοι πρέπει να φυλάσσουν τα συμφέροντά τους, με μυστικότητα, αν είναι δυνατόν.  Η επιτυχία είναι συνακόλουθο ότι θα προκαλέσει τη ζήλια των άλλων, που βλέπουν το δικό τους συμφέρον κατεστραμμένο, και η επιτυχία δεν επιδεικνύεται άσκοπα εκτός αν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι βρίσκεται σε στέρεο έδαφος ή αισθάνεται να βρίσκεται ήδη πέρα από την κακοτυχία ή τον ανταγωνισμό.  Ένας χωρικός είπε για τους ανθρώπους της κοινότητας: «Όταν βλέπουν ότι προοδεύεις, τότε σε κυνηγάνε.  Όταν δουν την πείνα σου τότε σε αφήνουν μόνο σου. Κανένας δεν θέλει να δει κάποιον να προοδεύει». Με αυτόν τον τρόπο εξέφρασε μια κοινά κρατούσα άποψη όλων των χωρικών.

Ο άνθρωπος που παριστάνει το κοροΐδο θεωρείται πονηρός γιατί η στρατηγική του συμφέροντος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για περιορισμένους σκοπούς.  Το να είσαι κοροΐδο είναι το να σε εκμεταλλεύονται, π.χ. το να είσαι ο χαμένος για το συμφέρον κάποιου άλλου.  Είναι αισθητή η ύπαρξη μιας αναλογικής ισορροπίας έτσι ώστε η ζημιά ενός ατόμου να είναι το κέρδος κάποιου άλλου, και το αντίθετο.  Το αυτονόητο μοντέλο μιας στατικής οικονομίας που ο Φόστερ εξέφρασε ως εξής: «η πίτα έχει πάντα το ίδιο μέγεθος», αναφέρεται στο άυλο αλλά και στο υλικό σύμπαν.  Για αυτό πρέπει κάποιος πάντα να είναι σε επιφυλακή για να μην τον εκμεταλλεύονται.  Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ανακατεύεται σε αυτόν τον λογικό, και πραγματικό, αγώνα για την διαμόρφωση του εγωισμού του. 

Σε μια διαφωνία αυτός που χάνει το προβάδισμα θεωρείται κορόιδο και θίγεται ο  εγωισμός του.  Πολλές διαφωνίες, λοιπόν, καταλήγουν να γίνουν ασυμβίβαστες  όταν η υποχώρηση ή ο συμβιβασμός φαίνεται να είναι πλεονέκτημα για τον άλλο.  στο χωριό κατατίθενται πολλές περιπτώσεις τέτοιων διαφωνιών, όπου ο καυγάς είχε ως αποτέλεσμα το μεγάλο οικονομικό χάσιμο και για τα δύο μέρη, εξαιτίας του εγωισμού.

Ανάμεσα στην πυρηνική οικογένεια και την εθνική ταυτότητα υπάρχουν μερικές αδύναμες σχέσεις εμπιστοσύνης που μπορούν να απορροφήσουν ή να ρυθμίσουν τις διαμάχες.  Έντονα αισθητή είναι η πίστη στην πυρηνική οικογένεια και στον ελληνισμό. Αλλά οι σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στο σόι, τους συγγενείς μιας εκτεταμένης οικογένειας, την ομάδα, το χωριό, και την τρέχουσα κυβέρνηση είναι αποτελεσματικές μόνο σε περίπτωση που όλα αυτά φαίνονται να είναι σε ανοιχτή διαμάχη με το έξω, τις πιο απομακρυσμένες δυνάμεις - και μόνο όταν το συμφέρον μιας οικογένειας δεν προσβάλλεται ή ενδυναμώνεται.  

Συγκρούσεις

 

Α. Μερικές Περιπτώσεις:

  1. Ο Α και Ο Β είναι περιοδικά ψυχραμένοι μεταξύ τους για κάποια διαφωνία για τα όρια μεταξύ των σπιτιών τους. είναι γείτονες αλλά όχι συγγενείς στο Βεργάδι και στην Κίσσα.  Η διαφωνία ξεκίνησε πριν από περίπου 50 χρόνια ανάμεσα στους παππούδες τους. κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, δεν έχει υπάρξει κανένα είδος βίας ή προσφυγή στα δικαστήρια.  Αυτόν τον χρόνο ο Α δεν κάλεσε τον Β και την οικογένειά του στο τραπέζι του γάμου της κόρης του. Για την ώρα οι σχέσεις μεταξύ τους είναι αρκετά καλές κι έτσι τον περσινό χρόνο συνεργάστηκαν για να υψώσουν έναν τοίχο ανάμεσα στα σπίτια τους στην Κίσσα.
  2. Η Γ είναι η αδερφή του Δ. είναι και οι δύο προχωρημένης ηλικίας με οικογένειες.  Τα τελευταία πέντε χρόνια είναι ψυχραμένοι, παρόλο που τα παιδιά τους μιλάνε αναμεταξύ τους.  Η διαφωνία τους ξεκίνησε όταν ο Δ οικειοποιήθηκε ένα χωράφι στην Κίσσα που είχε δοθεί λεκτικά στην Γ σαν μέρος της κληρονομιάς της. ο Δ ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται μια τέτοια συμφωνία. 
  3. Ο Ε και ο γιος του είναι ψυχραμένοι με τον Ζ, που είναι γείτονας αλλά όχι συγγενείς. Μερικά χρόνια πριν ο Ζ βελτίωσε και έκανε επέκταση στο σπίτι του στην άκρη της περιουσίας του, με αποτέλεσμα τα νερά από τους αγωγούς της σκεπής του να πέφτουν σε ένα μικρό χώρο ανάμεσα στο σπίτι του και το σπίτι του Ε, αλλά όχι στην περιουσία του Ε.  Μια ανεπίσημη επιτροπή κλήθηκε, αλλά δεν δόθηκε λύση καθώς το νερό πρέπει να πέφτει κάπου.  Ο Ε και ο Ζ ανήκουν και οι δύο στο κοινοτικό συμβούλιο και κρατάνε πάντα αντίθετες θέσεις στα θέματα που προκύπτουν.
  4. Ο Η και ο Θ ήταν ψυχραμένοι για 30 χρόνια παρόλο που είναι μπατζανάκηδες. Το 1927, ο Η, μάλλον με σκοπό να φοβίσει τον Θ με ένα πιστόλι, κατά λάθος τραυμάτισε στο κεφάλι μια γυναίκα που στεκόταν παράπλευρα.  Πήγε φυλακή για 6 χρόνια.  Η περιοχή για την οποία υπάρχει η διαφωνία «δεν είναι παρά μερικά μέτρα» και όλοι συμφωνούν ότι είναι θέμα εγωισμού.  Με τα χρόνια, αρκετές επιτροπές  προσπάθησαν να δώσουν λύση, συμπεριλαμβανομένης και μιας δικαστικής επιτροπής, που προσπάθησε τέσσερις φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.  Το 1958, μια άλλη επιτροπή, κατάφερε να συμβιβάσει την κατάσταση και ένα συρμάτινος φράχτης σε βάση τσιμέντου τοποθετήθηκε σε ένα συμφωνημένο και από τις δύο πλευρές σημείο ανάμεσα στις περιουσίες τους.  Ο Η  έχτισε στην πλευρά που του ανήκει δίπλα στον φράχτη μια αποθήκη για να «μην βλέπει τον Θ».
  5. Ο Κ κατοικεί στο σπίτι του Ι που είναι πεθερός του. είναι και οι δύο ψυχραμένοι με τον Λ και τον γιο του, τους γείτονες. Ο Λ είναι επίσης ο θείος της γυναίκας του Ι.  Ο Λ έχτισε μια αποθήκη σε γη που ο Ι ισχυρίζεται ότι του ανήκει.  Μια επιτροπή κλήθηκε και υποστήριξε το αίτημα του Λ, αλλά παρόλα αυτά ο Ι πήγε την υπόθεση στα δικαστήρια.
  6. Ο Ν και οι δύο παντρεμένοι γιοι του είναι ψυχραμένοι με τον Μ.  Ο Μ  διέφυγε στην Αθήνα με την κόρη του Ν που είχε δικά της λεφτά από την διαθήκη ενός αμερικανού θείου της.  ο Μ γρήγορα ξόδεψε τα λεφτά του κοριτσιού.  Μετά από μια εβδομάδα μαζί στην Αθήνα, εκείνη γύρισε οικειοθελώς στο χωριό.  Όταν τελικά και ο Μ γύρισε στο χωριό, ο Ν κανόνισε να τον χτυπήσουν και μετά του έκανε μήνυση, αλλά ο Μ αφέθηκε ελεύθερος.  Και οι δύο οικογένειες μαζί ξόδεψαν 60,000 δρχ. για τις νομικές διαδικασίες. 
  7. Ο Ξ και ο Ο είναι αδέρφια και έχουν ψυχραθεί εδώ και ένα χρόνο.  Τους ανήκει ένα δέντρο ελιάς μισακό.  Ο Ξ ισχυρίζεται ότι ο Ο μάζεψε περισσότερες ελιές από το μερίδιο που του αντιστοιχούσε.
  8. Ανάμεσα στο 1925 και 1928, η οικογένεια Π και η οικογένεια Ρ ήταν μαλωμένοι. κάποιος από τους Π σκότωσε ένα σκύλο που ανήκε στους Ρ στην Κίσσα. Οι Ρ πήραν εκδίκηση με το να χαλάσουν κάποιους αμπελώνες που ανήκαν στους Π, και το γεγονός ακολουθήθηκε από μια μακρά σειρά ανταποδοτικών εκδικητικών πράξεων και απειλών με όπλα, παρόλο που δεν υπήρξε πραγματική βία.  Η διαμάχη τελικά τελείωσε στο δικαστήριο. Οι δύο οικογένειες μαζί ξόδεψαν 150.000 δρχ. για δικηγόρους και ζημιές.

Β. Η λύση των συγκρούσεων:

  1. Με την «αγάπη»:

 

Μέχρι περίπου το 1920, την επόμενη μέρα της Ανάστασης το Πάσχα, όλοι στο χωριό θα πήγαιναν στην εκκλησία για τη λειτουργία της αγάπης. Μετά τη λειτουργία όλη η κοινότητα θα αντάλλασσε φιλιά, άντρες με άντρες, και γυναίκες με γυναίκες.  Το δίκτυο των χαιρετισμών υποτίθεται ότι θα έσβηνε το μίσος και τις διαφορές που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα στα άτομα κατά τη διάρκεια της χρονιάς. «Τότε, θα πήγαιναν να φάνε να πιουν και να χορέψουν όλοι μαζί».  Αυτή η ιδανική τελετή της αγάπης μου περιγράφηκε από ένα ηλικιωμένο άντρα ο οποίος μετάνιωνε που σταμάτησε να γίνεται. Εάν τελικά, πράγματι η τελετή πετύχαινε τον σκοπό της, είναι αδύνατον να βεβαιώσω. παρόλο που οι χωρικοί τείνουν να μην θαυμάζουν το παρελθόν, είναι αμφισβητήσιμο αν η τελετή είχε τέτοια καθαρτικά αποτελέσματα, καθώς υπήρξα μάρτυρας μια άλυτης περιοδικής σύγκρουσης που κράτησε 50 χρόνια όπως περιγράφεται παραπάνω.  Εντούτοις, μέχρι περίπου το 1920, η κοινότητα είχε αλλάξει ελάχιστα από μια παραδοσιακή κοινότητα. το Βεργάδι ήταν ακόμα σχεδόν ίδιο με την Κίσσα και οι επιρροές  της θρησκείας ήταν αναμφισβήτητα πιο αποτελεσματικές τότε από ότι είναι σήμερα.

  1. Με τη χρήση βίας:

Η λύση των συγκρούσεων με δύναμη δεν ήταν άγνωστη στο παρελθόν, παρόλο που σήμερα η καταφυγή στη βία είναι σχεδόν άγνωστη στο χωρίο.  Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας καυγάς μεθυσμένων, κατά τη διάρκεια του οποίου 3 άνθρωποι πέθαναν, μετατράπηκε σε σύγκρουση μεταξύ διαφόρων οικογενειών, αλλά οι ένοχες πλευρές καταδικάστηκαν σε φυλάκιση πολλών χρόνων και η σύγκρουση υπήρξε σύντομη.  Μόνο μια ακόμη περίπτωση βίας ανάμεσα σε οικογένειες μπορεί να κατατεθεί. άρχισε κατά τη διάρκεια ενός καυγά στο Συμβούλιο. δύο μέλη μιας οικογένειας νοσηλεύτηκαν, αλλά κανένας δεν πέθανε.  Οι διαφορές τους λύθηκαν όταν η Ελλάδα ήταν κάτω από την κατοχή των εχθρών το 1940, καθώς η συνεργασία μεταξύ των οικογενειών ήταν συνήθως απαραίτητη για την επιβίωση.

Η περίπτωση μιας τραυματισμένης παρευρισκόμενης (περίπτωση 4) και ενός μη αποτελεσματικού μαχαιρώματος όταν ο θύτης ήταν μεθυσμένος είναι επίσης  γνωστές, και οι δύο είχαν σαν αποτέλεσμα τη φυλάκιση των θυτών.  Ο τσακωμός με γροθιές είναι εξαιρετικά σπάνιος.  Τα τελευταία χρόνια γροθιές έχουν ανταλλαγεί μόνο δύο φορές και στις δύο περιπτώσεις μόνο μετά από υπερβολική μέθη.  Κανένα έγκλημα εκδίκησης για σεξουαλικά θέματα δεν έχει προκύψει στο Βεγράδι, παρόλο που στο γειτονικό χωριό Μελίσσια υπήρξαν δύο περιπτώσεις μέσα στα τελευταία χρόνια - μια από ένα κορίτσι που απορρίφθηκε και μια από τους αδερφούς ενός κοριτσιού που ξελογιάστηκε. Ένας από τους ερωτηθέντες ισχυρίστηκε: «Είμαστε πολιτισμένοι. Δεν πυροβολούμε. Αν είναι απαραίτητο πάμε στα δικαστήρια».

  1. Με συμβιβασμό (μέσω επιτροπής)

Ένας παραδοσιακός τρόπος για τη λύση διαφορών είναι η επιτροπή. Αποτελείται από μια προσωρινή ομάδα από δύο έως πέντε ατόμων, σπάνια περισσότερων, οι οποίοι ακούνε και τις δύο πλευρές των διαφωνούντων και δίνουν την γνώμη τους για την περίπτωση.  Τα μέλη της επιτροπής επιλέγονται άτυπα, συχνά από τους ίδιους τους διαφωνούντες, αλλά η ολοκλήρωση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Ο πρόεδρος του χωριού είναι συνήθως ένα μέλος, ο παπάς μπορεί να κληθεί, συγκεκριμένα για στενές οικογενειακές υποθέσεις που εμπεριέχουν ηθικές κατηγορίες. Οι διαφωνούντες μπορούν να διαλέξουν όλα τα μέλη της επιτροπής ή το πρώτο επιλεγμένο μέλος μπορεί να βρει τα υπόλοιπα, για τα οποία πρέπει να συμφωνήσουν και οι διαφωνούντες.  Δεν υπάρχουν κανόνες που να απαγορεύουν τη συμμετοχή συγγενών. ο μόνος όρος φαίνεται να είναι ότι δεν εμπλέκονται τα συμφέροντά τους στο συγκεκριμένο γεγονός.

Η επιτροπή ακούει τα επιχειρήματα και εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία, εάν υπάρχουν, παρόλο που τα μέλη μπορεί να γνωρίζουν ήδη και τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία, και μετά ανακοινώνουν την κρίση τους με τη μορφή εκφοράς γνώμης.  Η κρίση συνήθως ακολουθεί επιτόπου αμέσως  μετά την γνωστοποίηση των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών στοιχείων και δεν απαιτεί μακροχρόνιες διαδικασίες.  Καθώς δεν υπάρχουν δεσμευτικές κυρώσεις που να μπορούν να επιβληθούν στους διαφωνούντες για να φτάσουν σε συμφωνία, οι γνώμες της επιτροπής μπορούν ελεύθερα να γίνουν αποδεκτές ή να απορριφθούν.  Είναι υπαρκτή η άσκηση πίεσης από την κοινότητα για να επέλθει συμφωνία, αλλά είναι σχεδόν ασήμαντη και το αποτέλεσμα εξαρτάται από τους διαφωνούντες. Μετά την ανακοίνωση για την υπόθεση η επιτροπή διαλύεται, ενώ έχει εκτελέσει την λειτουργία για την οποία είχε συγκληθεί.  Άλλες επιτροπές  μπορεί να κληθούν για την ίδια περίπτωση για όσες φορές και για όσο καιρό είναι απαραίτητο.

  1. Με προσφυγή στα αστικά δικαστήρια

Αν οι διαφορές δεν μπορέσουν να λυθούν φιλικά η τελική λύση είναι για το πιο αδικημένο μέρος να μηνύσει το άλλο μέρος και να φέρει τη διαφορά στο δικαστήριο του Αιγίου.  Κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, τουλάχιστον 10 υποθέσεις ανάμεσα σε διαφωνούντες από το Βεργάδι έχουν εκδικαστεί στο δικαστήριο.  Φαίνεται ότι η μήνυση δεν ήταν ασυνήθιστη ανάμεσα στους έλληνες τον καιρό του Ησίοδου:
«?ρη γαρ τ' ?λ?γη π?λεται νεικ?ων τ' ?γορ?ων τε,                                                            30
?τινι μ? β?ος ?νδον ?πηεταν?ς κατ?κειται
?ρα?ος, τ?ν γα?α φ?ρει, Δημ?τερος ?κτ?ν ».
(Ησίοδος, στ. 30-33)
(αυτό το φοβερό τρίστιχο ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Αδύνατο να το μεταφράσω. Κατέφυγα στο Ιντερνετ και ιδού το αποτέλεσμα)

Γ. Η αποφυγή της διαμάχης

Όταν οι εντάσεις έχουν ήδη μετατραπεί σε συγκρούσεις, είναι ακόμη δυνατόν να ελαχιστοποιηθεί η έκφραση της σύγκρουσης τη ψυχρότητα.  Όταν δύο άνθρωποι είναι μαλωμένοι, είναι αυτόματα ψυχραμένοι, π.χ. ψυχροί ο ένας απέναντι στον άλλο, που σε πρακτική συμπεριφορά σημαίνει ότι δεν μιλάνε μεταξύ τους ή ακόμα δεν χαιρετιούνται.  Μπορεί να συναντηθούν πολλές φορές την ημέρα και να πάνε στο ίδιο καφενείο, αλλά αγνοούν ο ένας τον άλλο.  Η διάρκεια του χρόνου που χαρακτηρίζεται από ψύχρα διαφέρει φυσικά, ανάλογα με την σοβαρότητα της συγκεκριμένης διαφωνίας, τη δυνατότητα για λύση, και τις προσωπικότητες των διαφωνούντων.

Σε όλες τις διαμάχες οι χωρικοί συνήθως καταφεύγουν στην  ψύχρα για να διακόψουν την επικοινωνία με τους «παραβάτες».  Από 180 νοικοκυριά στο χωριό, έχω καταγράψει ψυχραμένες σχέσεις σε περισσότερους από το 1/3 των κεφαλών των νοικοκυριών.  Ένας χωρικός με πληροφόρησε ότι, εκτός από πέντε ή έξι άτομα, όλοι οι άλλοι είναι ψυχραμένοι με τουλάχιστον ένα άτομο και συνήθως περισσότερους.  Ακόμα κι αν η εκτίμηση είναι υπερβολική, όταν πολλοί άνθρωποι δεν μιλάνε μεταξύ τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο, η συστηματική μη-επικοινωνία γίνεται τρόπος συμπεριφοράς.

Καθώς οι χωρικοί ζουν σε ένα πυκνό οικισμό που περικλείεται από διασκορπισμένες εδαφικές περιουσίες, που αναγκάζονται σε επαναλαμβανόμενη κίνηση προς και από το χωριό και μέσα από την πλατεία, η πρόσωπο με πρόσωπο επαφή είναι τουλάχιστον καθημερινή για τους περισσότερους χωρικούς. η αλληλεπίδραση βασίζεται σε τέτοιες επαφές.  Ποσοτικά οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αντρών είναι περισσότερες και περιεκτικότερες από ότι μεταξύ των γυναικών ή μεταξύ αντρών και γυναικών, εκτός από αυτές μέσα στα όρια της πυρηνικής οικογένειας.  Οι γυναίκες έχουν την ευκαιρία για περισσότερες αλληλεπιδράσεις με στενούς συγγενείς και γείτονες στο κοινοτικό σιντριβάνι και στην εκκλησία.  Οι περισσότεροι άντρες, από την άλλη, περνάνε σχεδόν όλες τις ώρες που δεν εργάζονται στα καφενεία σε ομάδες ή μικρές παρέες με εναλλασσόμενη διάταξη.  Κατά τη διάρκεια μιας όχι πολύ επιβαρημένης από δουλειά ημέρας θα σταματήσουν σε ένα ή δύο καφενεία, αρκετές φορές για να πιουν ένα ούζο ή έναν καφέ, για να παίξουν χαρτιά ή τάβλι, και για να συζητήσουν ή να ρίξουν μια ματιά στην εφημερίδα. τα βράδια τα περνάνε πάντα στα καφενεία, με εξαίρεση κάποιες φορές που μένουν στο σπίτι.  Η διασκέδαση και η ανεπίσημη πολιτική ζωή του χωριού απαιτούν την επικοινωνία των αντρών στην πλατεία ή στα καφενεία, για να συζητήσουν και να ακούσουν τους αξιωματούχους της κυβέρνησης που τους επισκέπτονται κατά διαστήματα. 

Σ' αυτήν τη μικρή κοινότητα, επειδή η επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο είναι τόσο συχνή, είναι αναμενόμενη και δεν θεωρείται προσβλητική η  μερική μη αντίδραση κατά τις συναντήσεις.  Παρόλα αυτά το φυσιολογικό είναι να χαιρετάς έναν άνθρωπο την πρώτη φορά που τον βλέπεις μέσα στην ημέρα. οι υπόλοιποι χαιρετισμοί την ίδια μέρα δεν είναι υποχρεωτικοί, αλλά συνηθίζονται.  Οι χαιρετισμοί γενικά δεν είναι αναμενόμενο να έχουν κάποια πληροφορία, π.χ. ο χαιρετισμός που ρωτάει τον άλλον την κατάσταση της υγείας του δεν απαιτεί την πλήρη αναφορά των ασθενειών του άλλου, αλλά οι χαιρετισμοί αποσκοπούν στην ενότητα του χωριού και όχι στην επικοινωνία.  Η κοινωνική ύπαρξη του ατόμου φαίνεται από το ενδιαφέρον του να κάνει το χαιρετισμό.  Γι' αυτό όταν δύο άνθρωποι είναι ψυχραμένοι και συναντάνε αναγκαστικά λόγω συνθηκών ο ένας τον άλλον, το ότι δεν χαιρετιούνται σημαίνει ότι αγνοούν ή αρνούνται την κοινωνική ύπαρξη ο ένας του άλλου.  Η διακοπή της ψύχρας δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που την δημιούργησαν, αλλά χρειάζεται μια περίοδος για ξαναζέσταμα κατά τη διάρκεια της οποίας η ανοιχτή σύγκρουση αποφεύγεται να περιέχει «δηλητηριώδεις» ή σοβαρά βλαπτικές μορφές.  Η ψύχρα είναι εξαιρετικά «πολιτισμένη» τεχνική - όπως επιβεβαιώνουν οι ίδιοι οι χωρικοί- για να αποφεύγεται η ανοιχτή σύγκρουση και η πιθανή χρήση βίας όταν ανταλλάσσονται λόγια. 

Επίλογος

Ο Κόουζερ αναφέρει ότι «..η συμπεριφορά πάντα πραγματοποιείται μέρος σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο και η σύγκρουση ως κοινωνικό φαινόμενο μπορεί να κατανοηθεί μέσα σε ένα σχέδιο συνδιαλλαγής» και ότι «..το περιστατικό μιας επιθετικής συμπεριφοράς συνδέεται με την δομή των αλληλεπιδραστικών σχέσεων» (1956, σ. 56).  Με τον κίνδυνο να πλατειάσουμε, προσπαθήσαμε να δείξουμε τα δομικά, ιστορικά, και ιδεολογικά καθοριστικά στοιχεία της σύγκρουσης και πως η σύγκρουση ελέγχεται σε μια συγκεκριμένη κοινότητα της υπαίθρου.  Συγκεντρώσαμε την προσοχή μας στις εσωτερικές συγκρούσεις της κοινότητας, αναγνωρίζοντας  ότι η ανάλυση θα μπορούσε να είναι πιο εκτεταμένη και να περιλαμβάνει ένα πλατύτερο περιεχόμενο της περιοχής, του έθνους, και της διεθνούς σκηνής.

Παρόλο που δεν έχουμε έναν καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα στους δομικούς και ιστορικούς καθοριστικούς παράγοντες, το ότι επιλέξαμε να τους χρησιμοποιήσουμε ως χώρο κατά την παρουσίαση, μας έφερε αντιμέτωπους με δύο αντιθέσεις - η μια είναι δομική με ιστορικές επιρροές, και η άλλη είναι ιστορική με δομικούς περιορισμούς.  Η πρώτη χαρακτηρίζεται από τον αγώνα για αρχηγία, είτε μέσα στην οικογένεια ή μέσα στην κοινότητα. συμπεριλαμβάνει τον περιορισμό του ρόλου στον γενεαλογικό αγώνα μεταξύ γιου και πατέρα, μεταξύ γυναίκας και άντρα και μεταξύ εμφανών κοινοτικών λειτουργιών.  Η δεύτερη πηγάζει από τις συνθήκες ενός περιορισμένου περιβάλλοντος (οικονομικού και ιδεολογικού) μέσα στο οποίο «η πίτα είναι πάντα ολόκληρη».  Το σύστημα της διαδοχής στην περιουσία (μέσω της προίκας και της κληρονομιάς) και τα αμφισβητήσιμα σύνορα δημιουργούν πολλές ευκαιρίες για διαφωνίες.  «Αυτοί που έχουν γράψει για κοινωνίες χωρικών θεωρούν ότι οι φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις συντελούν στις οικονομικές διαφωνίες, και συγκεκριμένα στους καυγάδες για γη» (Φοστερ, 1960-61: σ. 176)

Έχουμε δει ότι η κοινωνική οργάνωση αυτής της αγροτικής κοινωνίας και οι σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη του κοινωνικού συστήματος είναι περιορισμένες σε θέματα συσχετισμών και ταυτοτήτων έξω από την βασική οικογένεια.  Παρόλο που είναι δυνατός ο πατριαρχικός χαρακτήρας των θεσμών και των δομών αρχηγίας αυτής της κοινωνίας, όταν ένας άντρας ή μια γυναίκα παίρνει ένα σύζυγο, η βασική του σχέση εμπιστοσύνης είναι με το ταίρι του, ακόμα και αν αυτό επιβαρύνει τη σχέση με τους συγγενείς και τους γονείς.  Στην πραγματικότητα, όταν η κληρονομιά χωριστεί, οι συγγενείς αποκαλούν τις συγκρούσεις μεταξύ τους ως συγγενική συνεργασία. 

Υπάρχουν ελάχιστοι  επίσημοι οργανισμοί με λειτουργικό χαρακτήρα. η «ελίτ» είναι επί το πλείστον ντόπιοι κι έτσι δεν υπάρχουν συγκρούσεις με κατοίκους του χωριού που προέρχονται από ξένη «ελίτ». οι ανεπίσημοι συσχετισμοί περιορίζονται στην ηλικία και τους προσωπικούς παράγοντες. οι πολιτισμικές ευκαιρίες είναι μάλλον περιορισμένες για πλούσιους και φτωχούς κατοίκους του χωριού.  Η πυρηνική οικογένεια που εγκαθίσταται σε καινούριο σπίτι, και περικλείεται από ένα κλοιό χαλαρά ενωμένων συγγενών, είναι το «άτομο» του πυρήνα των κοινωνικών πρακτικών.

Ο Κόουζερ κάνει ένα μεγάλο θεωρητικό διαχωρισμό μεταξύ κοινωνιών όπου η «τμηματική συμμετοχή» είναι δυνατή και των κοινωνιών που έχουν έλλειψη από τις απαιτούμενες ποικιλίες συσχετισμών που διευκολύνουν την τμηματική συμμετοχή, και επιπλέον χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχή της ολικής προσωπικότητας.  Ένας άλλος διαχωρισμός που έχει γίνει από τον Κόουζερ είναι μεταξύ της πραγματικής και μη πραγματικής σύγκρουσης.  Οι συγκρούσεις για το συμφέρον στο χωριό είναι πραγματικές, και παρόλο που συχνά έχουν μικρή οικονομική αξία, μεγεθύνονται  από την ηθική του συμφέροντος.  Ένας τρίτος διαχωρισμός που έχει γίνει από τον Κόουζερ είναι μεταξύ των συγκρούσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη γενική ενότητα και αυτών που γίνονται μέσα στην βασική ενότητα. Έτσι οι κανόνες της κοινωνίας τονίζονται με το να γίνονται εμφανείς ή όχι οι προϋποθέσεις για τη σύγκρουση. Η δυαδική φύση  της αλληλεπίδρασης, και συνεπώς σχεδόν όλων των διαφορών μέσα στο Βεργάδι, εξασφαλίζει την διεξαγωγή της σύγκρουσης μέσα σε ένα βασικό σύνολο συνεργασίας.

Έχουμε αναφερθεί στην ψύχρα, σαν τη διακοπή της ανοικτής έκφρασης της εχθρότητας, και στην επιτροπή, η οποία μέσω της λογικής και του διακανονισμού προσπαθεί να επαναφέρει ένα modus vivendi.  Η προηγούμενη ημι-θεσμοθετημένη τεχνική, δεν λύνει κανένα πρόβλημα, και ενώ μειώνει τις πιθανότητες για ανοιχτή σύγκρουση, αναγνωρίζει επίσης ανοιχτά τις εντάσεις που οδηγούν στη σύγκρουση.  Η κοινωνική της αξία έγκειται στην εκτόνωση της έντασης και στην αποθάρρυνση για ανάπτυξη της εχθρότητας με το να διακόπτεται η επαφή με τον υπαίτιο ή τους υπαίτιους.  Ο τελευταίος θεσμός δεν περιέχει άλλη εξουσία εκτός από αυτήν της κοινής γνώμης, που με τη σειρά της αποδυναμώνεται μπροστά στην παγκόσμια αναγνώριση της ελευθερίας του ατόμου και του εγωισμού και από την ύπαρξη του συμφέροντος ως κινητήριας δύναμης των ανθρωπίνων αλληλεπιδράσεων.

Οι τρόποι συνεργασίας σε αυτήν την κοινωνία είναι συνήθως δυαδικοί και έχουν τη μορφή συμβολαίου.  Σήμερα το μεροκάματο, αντί της αλληλοβοήθειας, είναι η κοινή τεχνική για την επάνδρωση των αγροτικών εργασιών. Οι τρεις συνεταιρισμοί του χωριού επιδοτούνταν από την κυβέρνηση και αποτελούν μικρούς θεσμούς που δεν απαιτούν την ύπαρξη σχέσεων εμπιστοσύνης.  ο συνεταιρισμός ελιών που είχε τοπική προέλευση, λειτούργησε μόνο για έναν χρόνο (1955-1956) και διαλύθηκε λόγω ασυμφωνίας.  Όλες οι προσπάθειες να τον επανιδρύσουν έχουν αποτύχει.  Η κοινοτική εργασία, παρόλο που διανέμεται από το Συμβούλιο, απαιτεί με διαταγή της κυβέρνησης τη συμμετοχή κάθε υγιή άντρα για ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών το χρόνο, και συνήθως εμπνέει μικρές και άσκοπες προσπάθειες.  Μόνο για την κατασκευή της εκκλησίας οι περισσότερες οικογένειες προσέφεραν αφιλοκερδώς προμήθειες και εργατικό δυναμικό. οι προσπάθειες όμως συνεργασίας για οποιοδήποτε σκοπό εμπεριέχουν κινδύνους.  Οι σχέσεις με τη φύση και την κοινωνία έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα αγώνα. «Εάν ήταν απαραίτητο να περιγράψουμε με μια λέξη πως αισθάνονται οι χωρικοί ο ένας για τον άλλον και για τον κόσμο, αυτή η λέξη θα ήταν ένταση» (Φριντλ, 1962, σ. 75).