Καλωσήλθατε,

ΤΟ ΜΑΥΡΙΚΙ

 

Το Μαυρίκι ή (Βόβοδα) είναι χωριό του νομού Αχαΐας, στη βόρεια πλευρά της Πελοποννήσου, χτισμένο σε εντυπωσιακή τοποθεσία, στην δυτική πλαγιά της κοιλάδας του ποταμού Σελινούντα, 3 χιλιόμετρα από τις εκβολές του και  σε υψόμετρο 250 μέτρων. Απέχει μόλις πέντε χιλιόμετρα από το Αίγιο, την πρωτεύουσα της επαρχίας Αιγιαλείας.
 Σχηματίστηκε με τον τρόπο που προέκυψαν πολλά νέα χωριά της Πελοποννήσου μετά την ελληνική επανάσταση, δηλαδή με σταδιακή μετανάστευση από ένα ορεινότερο και πιο δυσπρόσιτο χωριό. Στην περίπτωσή μας είχαμε γύρω στα 1870 την σταδιακή μετακίνηση από το Άνω Μαυρίκι στη σημερινή τοποθεσία, που τότε ήταν μετόχι της Μονής Πεπελενίτσας.
Για να καταλάβουμε αυτή τη διαδικασία, αξίζει να δούμε τις πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές για τη - δημογραφική κυρίως - εξέλιξη των δύο χωριών: του Άνω Μαυρικίου και της Βόβοδας.
Σύμφωνα με την Ενετική απογραφή του 1700, στην περιοχή της Βοβόδης (κάτω Μαυρικίου) κατοικούσαν 6 οικογένειες, 2 γηγενείς και 4 επήλυδες από την Ρούμελη. Καθώς δεν είχαν κλήρο, εργάζονταν στα χωράφια των μοναστηριών, στα οποία ανήκαν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της περιοχής. Στην ίδια αυτή απογραφή το Άνω Μαυρίκι έχει πληθυσμό 136 ατόμων (34 οικογένειες).
Η αμέσως επόμενη αναφορά στο χωριό γίνεται 116 χρονιά αργότερα. Κατά την τούρκικη απογραφή του 1816, το Άνω Μαυρίκι εμφανίζεται να έχει 25 οικογένειες. Βέβαια, τα δεδομένα των απογραφών αυτών οφείλουμε να τα δεχόμαστε με σοβαρές επιφυλάξεις, διότι γίνονταν κυρίως για φορολογικούς λόγους και πολλοί κάτοικοι τις απέφευγαν. Επομένως, η μείωση του πληθυσμού που σημειώνεται μπορεί να οφείλεται και σε άρνηση του πληθυσμού να απογραφεί.
Με τη δημιουργία ελληνικού κράτους, έχουμε το 1835 τις πρώτες προσπάθειες για την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στην περιοχή της Αιγιαλείας δημιουργήθηκαν τρεις δήμοι. Ο δήμος  Αιγιέων, που είχε συνολικό πληθυσμό 2300 κατοίκους, περιελάμβανε τα χωριά Μουρλά, Τούμπα, Λόγγο, Γληγούρι, Δημητρόπουλο, Μερτίδι, Ανω και Κάτω Τέμενη, Χατζη, Κούμαρη, Αλη Μαχτούρι και Καραχμέτι. Το Άνω Μαυρίκι, με 232 κατοίκους, υπαγόταν στο δήμο Ελίκης. Ο δήμος αυτός, με πληθυσμό 967 κατοίκους και πρωτεύουσα την Ελίκη (Πτέρη), περιελάμβανε και τα χωριά Ζευγαλατιό, Ρυζόμυλος, Αϊ-Γιάννης Γαρδενίου και Κρόκοβα, Μονή Ταξιαρχών, Μετόχι Πύργου, Μελίσσια και Άγιος Αθανάσιος, Βαλημήτικα, Επτασπήτα κ.α. Η Βόβοδα, αν και  αναφέρεται απλώς σαν περιοχή με 0 κατοίκους, υπαγόταν στο Δήμο Μεγανήτιδος που περιελάμβανε και τα χωριά, Αιγιάνης Καλογρεών, Κακοχώρι, Γκρέκα, Φράγκα, Αράχωβα και Κουνινά, είχε πρωτεύουσα την Παρασκευή και πληθυσμό 1107 κατοίκους. Το 1841 οι δήμοι Ελίκης και Μεγανήτιδος  συγχωνεύτηκαν με το Δήμο Αιγιέων.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο πληθυσμός του χωριού φαίνεται να αυξάνεται σταδιακά. Οι κάτοικοι του Άνω Μαυρικίου από 422 το 1879 γίνονται 530 το 1889 και 587 το 1896. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότεροι μοιράζουν τη ζωή τους ανάμεσα στα δυο χωριά. Έξι μήνες (τη χειμερινή περίοδο) μένουν στη Βόβοδα και την άνοιξη μετακομίζουν στο Άνω Μαυρίκι. Το 1903 η Βόβοδα  αναφέρεται σαν «παραχειμάσιον» του Άνω Μαυρικίου με πληθυσμό 587 κατοίκους και το Άνω Μαυρίκι σαν θερινή κατοικία της Βόβοδας με μονοτάξιο σχολείο αρρένων.

 

Τον 20ο αιώνα η δημογραφική εξέλιξη του χωριού ακολουθεί τα γενικά πρότυπα της περιοχής:

Βόβοδα (Μαυρίκι)

1928

805 κάτοικοι

1940

 883      »

1951

 868      »

1961

 719      »

1971

 638      »

1981

 585      »

1991

 517      »

 

Άνω Μαυρίκι

1928

 2 κάτοικοι

1940

 17    »

1951

 0      »

1961

 0      »

1971

 0      »

1981

 6      »

1991

 0      »

 

Άλλες διοικητικές μεταβολές έχουμε το 1928 όταν αναγνωρίζεται ο οικισμός του Αγίου Ιωάννη (21 κάτοικοι) και προσαρτάται στην κοινότητα, ενώ το 1930 η κοινότητα Μαυρικίου υπάγεται στον νομό Αχαΐας,  ενώ πριν ανήκε στον ενιαίο νομό Αχαΐας και Ήλιδος.

Το χωριό εμφανίζεται ακόμη στις πηγές κατά την περίοδο της ελληνικής Επανάστασης του 1821. Σε διάφορα επαναστατικά έγγραφα και επιστολές υπάρχουν ονόματα δημογερόντων που υπογράφουν διάφορες αποφάσεις. Σε έγγραφο, για παράδειγμα του 1827, όπου τίθενται υπό τις διαταγές του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου 20 στρατιώτες από το Μαυρίκι, οι δυο δημογέροντες που το υπογράφουν είναι οι Κανέλλος Γεωργόπουλος και Αγγελής Σταθακόπουλος. Σε επιστολή επίσης του Ανδρέα Λόντου προς το υπουργείο στρατιωτικών αναφέρει ότι συνέλαβε όλους τους Μαυρικιώτες στρατιώτες και δεν ξέρει τι να τους κάνει. Προφανώς αυτοί ήταν με το Μελετόπουλο στην τότε διαμάχη.
 Αξιοσημείωτη για το χωριό είναι μια μικρή μάχη που έδωσε ο Λόντος με 500 περίπου στρατιώτες τον Απρίλιο του 1821 στην θέση Άγιος Κωνσταντίνος. Ο Μουσταφάμπεης  θέλοντας να πάει στην Τρίπολη επιχείρησε τον συντομότερο δρόμο μέσω Καλαβρύτων. Αν και η μικρής διάρκειας μάχη πού δόθηκε υπήρξε ατυχής για τα ελληνικά στρατεύματα, η επόμενη αντίσταση στο απέναντι χωριό Αχλαδιά απέτρεψε τον Μουσταφάμπεη να επιχειρήσει να πάει στην Τρίπολη από τα Καλάβρυτα και προτίμησε το τετραπλάσιο σε απόσταση δρόμο μέσω της πεδινής Κορινθίας και Αργολίδας.  Μέσα από τέτοια μικρά περιστατικά το χωριό εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.
Για πρώτη φορά αποκτά δημοτικό σχολείο το 1873  στο οποίο δίδασκε δημοδιδάσκαλος αντί 240 δραχμών ετησίως. Το 1903 το σχολείο λειτουργεί για 6 μήνες στο κάτω χωριό και έξι μήνες στο επάνω. Η κάθοδος των Μαυρικιωτών δεν είχε ακόμη πλήρως ολοκληρωθεί.

Τελειώνοντας να αναφέρουμε λίγα επιγραμματικά στοιχεία για την οικονομία του χωριού. Στο Άνω Μαυρίκι οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει μια αυτάρκη οικονομία. Ο μικρός και άγονος κλήρος δεν επέτρεπε μεγάλες καλλιέργειες για εμπορική εκμετάλλευση. Έτσι κάθε οικογένεια καλλιεργούσε φασόλια, φακές, ρεβίθια και λίγα κηπευτικά για ιδία κατανάλωση. Ακόμη υπήρχε σε μικρή κλίμακα ανεπτυγμένη κτηνοτροφία. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια και ενδεικτικό  είναι  το λαϊκό επίγραμμα που λέει: «που ψωμί στην Κουνινά και αλεύρι στο Μαυρίκι στον έρμο Παντελεήμονα ψοφάει το ποντίκι.» Εξαίρεση φαίνεται να αποτέλεσαν τα χρόνια της Δεύτερης Ενετοκρατίας όπου οι κάτοικοι  του χωριού, όπως σε όλη την περιοχή του Αιγίου, ασχολούνται με την σηροτροφία που ήταν υπερανεπτυγμένη. Πιθανά μέχρι την καλλιέργεια  της σταφίδας να ήταν  η μόνη εμπορευματική παραγωγή. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 1700 κατά την προαναφερθείσα ενετική απογραφή το Άνω Μαυρίκι έχει 1855 μουριές.
Οι κάτοικοι, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, όπως έχει αναφερθεί,  άρχισαν να μεταναστεύουν στο νέο τους χωριό την Βόβοδα που ήταν μετόχι της
Μονής Πεπελενίτσης. Κατέβηκαν στην καινούργια περιοχή σαν εκμισθωτές γης. Αφού εκχέρσωσαν τις δασώδεις περιοχές άρχισαν την εμφύτευση και καλλιέργεια αρχικά σταφίδας και δευτερεύοντος ελιών. Οι καινούργιοι κάτοικοι πλήρωναν κανονικά μέχρι το 1920 τον καθιερωμένο οβολό ως εδαφονόμιο στην Μονή. Από τότε όμως άρχισαν να δυσανασχετούν και λίγα χρόνια πριν τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο έπαψαν να το καταβάλουν
Μετά τις αλλεπάλληλες σταφιδικές κρίσεις στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα οι κάτοικοι στρέφονται σταδιακά στην καλλιέργεια  βρώσιμης ελιάς. Στις μέρες μας αυτή αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια για το χωριό. 
Επιγραμματικά αναφέραμε δημογραφικά στοιχεία και μικρά ιστορικά γεγονότα σχετικά με την εξέλιξη του χωριού τους τελευταίους τρεις αιώνες. Φιλοδοξία μας είναι να εμπλουτίσουμε το site με αναλυτικότερες αναφορές για μικρές πράξεις και γεγονότα που καθόρισαν λίγο ή πολύ την ιστορική πορεία του χώρου εντάσσοντας την πάντα στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής του Αιγίου όπου και φυσικά ανήκει.